Ανταποκριση: Death To All, Bloodbath @ Gagarin – Αθήνα (13/06/2026)

 

Τρομερή βραδιά υπεράνω περιγραφής βιώσαμε στο Gagarin. Βραδιά που όσοι έζησαν την αντίστοιχη της την Πρωταπριλιά του 2016 αδημονούσαν να επαναληφθεί, κι όσοι δεν πρόλαβαν το σεμινάριο προ δεκαετίας, ήθελαν πάση θυσία να βιώσουν αυτό για το οποίο άκουγαν να παραμιλάνε οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Και πραγματικά αυτό που είδαμε πάλι στο Gagarin ήταν -αν είναι δυνατόν- ακόμα πιο κορυφαίο σε όλα από το 2016. Σε απόδοση, σε σετ, σε συναισθήματα, σε πληρότητα κόσμου, στα πάντα που μπορείτε και δε μπορείτε να φανταστείτε. Οι Death To All μας έκαναν την τιμή να επιστρέψουν στον τόπο του “εγκλήματος” και να μας πάρουν ξανά το σκαλπ, αλλά επειδή ο Χάρης Κατινάκης είναι μερακλής κι αν δεν φτιάξει πακετάρα θανάτου -στην κυριολεξία εδώ- δε θα μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια, έκανε ένα ακόμα όνειρο πολλών πραγματικότητα και κότσαρε και τους Bloodbath στη συγκεκριμένη βραδιά, στην πρώτη τους εμφάνιση στη χώρα μας ύστερα από 28 χρόνια πορείας! Και αν κάποιοι δεν το είδαν να έρχεται, οι περισσότεροι για την ακρίβεια, ο κόσμος όχι απλά τίμησε το συγκεκριμένο event αλλά έκανε κι ένα μεγαλοπρεπέστατο sold out, σε σημείο να ψάχνονται οι περισσότεροι να βρουν εισιτήριο την τελευταία στιγμή και να τρέχουν και να μη φτάνουν.

 

 

Και η βραδιά ξεκινάει με τους αναβιωτές της Σουηδικής πριονοκορδέλας καθώς η ΜΠΛΑΝΤΜΠΑΘΑΡΑ ανεβαίνει στη σκηνή στις 20:20 και για την επόμενη ώρα, θα φροντίσουν να κλείσουν το κενό όσων τους περίμεναν ανυπόμονα όλες αυτές τις δεκαετίες. Ξεκίνημα με “So You Die” λοιπόν, έκπληξη και ήδη αρχίζουν πολλοί -και πολύ- τα σούτια στο χώρο, και μόνο που βλέπω τον Nick Holmes με αρχετυπικό μπλουζάκι Bathory με τον εμβληματικό τράγο και ακόμα πιο θεϊκή ΜΠΛΟΥΖΑΡΑ Forbidden “Twister Into Form” από τον Blackheim, σκέφτομαι σε συνάρτηση με το ξεκίνημα “τίποτα δε μπορεί να πάει λάθος”! ΟΚ δε μπορώ να πω ότι ίσχυσε στο 100% αυτό καθώς η αλήθεια να λέγεται, την πρώτη φορά που θα τους έβλεπα την οραματιζόμουν λίιιιγο πιο όμορφα. Σαν σετ και απόδοση δε μπορώ να πω το παραμικρό, όπως θα δείτε στη συνέχεια. Εκεί που έχω ένσταση όμως είναι ο ήχος καθώς δεν είχαν που δεν είχαν 2ο κιθαρίστα, δεν ακούγαμε και τόσο πολύ δυνατά την κιθάρα του Blackheim, κι αν δεν ήταν ο τρομερός Martin Axenrot στα τύμπανα να προσδίδει περισσότερο όγκο και να δυναμώνει τον ήχο, το θέμα θα ήταν μείζον. Ο τύπος τα έσπασε όλα και ήταν ξεκάθαρα η ατραξιόν της μπάντας, κατέβασε πολλά σαγόνια.

 

 

 

H βραδιά από άποψη ανασκόπησης καριέρας κυλάει ως και ιδανικά, με “Breeding Death” στα καπάκια να δημιουργεί παροξυσμό, το νεότερο “Carved” να τέμνει παρελθόν και πρόσφατο παρόν, ενώ το “Like Fire” -όπου ο Nick Holmes έκανε το λογοπαίγνιο “Do you like fire?” με το κλασικό φλεγματικό του χιούμορ, φέρνει νέα τραγουδάρα από τα παλιά. Ο Νικολάκης γενικά το γλέντησε και χάρηκε πολύ με τον κόσμο, μπορεί να μη βγήκαν αιματοβαμμένοι όπως συνήθιζαν παλιότερα και να τον είδαμε και αυτόν και τον Blackheim ακομπλεξάριστους με τα καπελάκια τους, αυτό όμως δεν αφαίρεσε σε τίποτα το ότι το διασκέδαζαν όπως άφηναν να φανεί, με τον ξανθό κιθαρίστα συχνά να σηκώνει τη γροθιά του! Το λατρεμένο μου “Outnumbering The Day” σφυρίζει στον αέρα μεν, αλλά πόσο πιο ωραία θα’ταν ρε παιδί μου να’χει ένα δεύτερο κιθαρίστα να σκάει σαν τσιμεντόλιθος και να ψάχνεις να σωθείς. Το distortion στη φωνή του Holmes δεν το πολυκατάλαβα να πω την αλήθεια στις στιγμές που μιλούσε με το κοινό και δεν τραγουδούσε, ας πούμε ότι ήταν “εφέ” να συνοδεύσει την εμφάνιση. Ξανά ένα νεότερο σχετικά κομμάτι με το “Putrefying Corpse” ενώ για τη συνέχεια τη σκυτάλη παίρνουν άσματα από το μακρινό 2004, μέσα από το “Nightmares Made Flesh”.

 

 

 

Και “Cancer Of The Soul” και “Brave New Hell” απανωτά παρακαλώ, με την απόδοση να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ωστόσο κάτι λείπει για να έχουμε απόλυτο 10/10, κρίμα γιατί ο Axenrot ειδικά ξεκωλιάζεται στα δέρματα, ενώ και τόσο φιλότιμο Holmes ίσως να μην περίμενε κανείς μας, ήταν ευδιάθετος και τίμησε τα παντελόνια του. Το “Mock The Cross” δείχνει την Morbid Angel πλευρά τους ως μοναδικό κομμάτι από το “The Fathomless Mastery”, το “Let The Stillborn Come To Me” αντιπροσωπεύει αντίστοιχα το “Grand Morbid Funeral”, ενώ ευτυχώς μας έκαναν μεγάλη χάρη και δεν παίξανε κάτι από το αισχρό “The Arrow Of Satan Is Drawn”. Μας φυλάνε το καλύτερο για το τέλος με το τρομακτικό “Cry My Name” και κλείνουν με ωδή στον κανιβαλισμό με το “Eaten” όπως γλαφυρά περιέγραψε και ο Nick Holmes. Τι κι α μου έλειψε πολύ το “Ways To The Grave”, τι κι αν βγήκαν χωρίς αίματα, τι κι αν η κιθάρα δεν ακουγόταν όπως έπρεπε να σκίζει σάρκες, οι Bloodbath ήρθαν επιτέλους στην Ελλάδα και θα το θυμόμαστε για πάντα όσοι τους λατρεύουμε. O Joakim Antman στο μπάσο ήταν στιβαρή παρουσία και γέμισε πολύ το κενό μιας δεύτερης κιθάρας και γενικά το σετ ήταν υπέροχο και η παρουσία τους χορταστική.

 

 

 

Εύχομαι ολόψυχα να μην ήταν παράλληλα με την πρώτη και η τελευταία φορά που τους είδαμε και η επόμενη φορά να’ναι με 2 κιθάρες και με καλύτερο ήχο. Εγώ μια φορά ησύχασα επιτέλους και τίκαρα άλλο ένα μέγιστο απωθημένο από τη Bucket list μου!

 

 

 

 

Και ήρθε πια η στιγμή που όλοι περίμεναν. Οι Death To All ανέβηκαν στη σκηνή του Gagarin 205 Live Music Space, φέρνοντας μαζί τους όχι απλά ένα ακόμη live, αλλά μια βραδιά-φόρο τιμής σε μία από τις πιο σημαντικές μορφές που πέρασαν ποτέ από τον χώρο του ακραίου ήχου. Δέκα χρόνια μετά την τελευταία τους εμφάνιση στην Αθήνα, η επιστροφή τους στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας “Symbolic Healing” είχε από την αρχή έναν ξεχωριστό συμβολισμό: την αναβίωση της κληρονομιάς των θρυλικών DEATH και την τιμή στη μνήμη του Chuck Schuldiner.

 

 

 

Ο πυρήνας της μπάντας, αποτελούμενος από πρώην μέλη των DEATH, κουβαλάει μαζί του ένα τεράστιο κομμάτι της ιστορίας τους. Δεν ήταν απλά μουσικοί που εκτέλεσαν κάποια αγαπημένα κομμάτια. Ήταν άνθρωποι που έζησαν από κοντά μια εποχή που όρισε το death metal (παρόλο που ο ίδιος ο Chuck ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήθελε να φοράει την “ταμπέλα” του ιδρυτή του είδους). Από τα πρώτα λεπτά ήταν ξεκάθαρο πως το ζητούμενο δεν ήταν η αναπαράσταση μιας μπάντας που έχει τελειώσει, αλλά η διατήρηση ζωντανής μιας παρακαταθήκης που παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.

 

 

Στην αρχή του set, ο μπασίστας, Steve DiGiorgio, πήρε τον χρόνο να μιλήσει στο κοινό και να εξηγήσει τον συμβολικό χαρακτήρα αυτής της περιοδείας, αναφερόμενος στην ανάγκη «να τον κρατήσουν ζωντανό» και «να εκπληρώσουν την κληρονομιά του» Chuck Schuldiner. Και αυτό ακριβώς ήταν το συναίσθημα που κυριάρχησε καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς. Δεν υπήρχε η αίσθηση ενός απλού tribute show, αλλά περισσότερο μιας συλλογικής στιγμής μνήμης, όπου μουσικοί και κοινό ενώθηκαν μέσα από τραγούδια που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία.

 

 

Το πρώτο μέρος της εμφάνισης ήταν αφιερωμένο κυρίως στο “Spiritual Healing”, έναν δίσκο-ορόσημο που μετράει λίγους μήνες παραπάνω από 35 χρόνια ζωής. Το “Living Monstrosity”, το “Defensive Personalities”, το “Altering the Future”, το “Within the Mind” και φυσικά το “Spiritual Healing” ακούστηκαν με την ένταση και τη δύναμη που απαιτούσαν, υπενθυμίζοντας γιατί ο συγκεκριμένος δίσκος θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στην πορεία των DEATH. Ανάμεσα σε αυτά, υπήρξαν και κομμάτια από άλλους δίσκους όπως το “Lack of Comprehension” και το “Zombie Ritual”,  τα οποία κεντήθηκαν μέσα στη setlist, εμπλουτίζοντάς τη.

 

 

 

Και αν μέχρι εκείνο το σημείο η ενέργεια ήταν ήδη στο κόκκινο, η συνέχεια αποδείχθηκε ακόμη πιο καθηλωτική. Στο δεύτερο μισό του live, οι Death To All παρουσίασαν ολόκληρο το “Symbolic” του 1995, έναν δίσκο που για πολλούς αποτελεί την κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας των DEATH και ένα άλμπουμ που άλλαξε για πάντα τα δεδομένα του ακραίου ήχου. Επίσης, να σημειωθεί ότι αρκετά από αυτά τα κομμάτια δεν είχαν παιχτεί ποτέ ξανά live  πέρα από τη συγκεκριμένη περιοδεία -το οποίο είναι ένα τρομερό γεγονός αν το σκεφτεί κανείς.

 

 

 

Με αυτόν τον τρόπο η μπάντα πέρασε από κάθε διαφορετική πλευρά του ήχου των DEATH, ισορροπώντας ανάμεσα στην τεχνική ακρίβεια, την επιθετικότητα και τη μελωδικότητα. Ο ήχος στο Gagarin ήταν εξαιρετικός από κάθε σημείο του χώρου, επιτρέποντας σε κάθε λεπτομέρεια των συνθέσεων να ακουστεί καθαρά, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για μια μπάντα αυτού του επιπέδου. Ακόμη και όσοι καθόμασταν στις άκρες, πλάι από το stage, είχαμε έναν πεντακάθαρο ήχο, τόσο από τα όργανα, όσο και από τα φωνητικά.

 

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει και στο παίξιμο των μουσικών. Το κάθε μέλος είχε τον δικό του ρόλο μέσα σε αυτή την ιστορία, δίνοντας όλο τους το είναι και τον δικό τους ξεχωριστό χαρακτήρα. Ένα highlight που μας έκανε εντύπωση ήταν το άταστο τρίχορδο custom μπάσο -ένα μοναδικό κομμάτι.

 

 

 

Ο μπασίστας ήταν επίσης η φωνή επικοινωνίας με το κοινό καθ’ όλη τη διάρκεια της εμφάνισης, ενώ ο τραγουδιστής, Max Phelps, περιορίστηκε αποκλειστικά στην ερμηνεία των κομματιών. Ίσως αυτό να ήταν και μια συνειδητή επιλογή, ώστε το επίκεντρο να μην μετατοπιστεί ποτέ από το πρόσωπο και την κληρονομιά του Chuck, αλλά από την ίδια τη μουσική που άφησε πίσω του.

 

Τελειώνοντας το “Misanthrope” o DiGiorgio έκανε μία γκριμάτσα λέγοντας ότι αυτό ήταν το “τελευταίο τραγούδι”, δίνοντας το σήμα σε όλους ότι το live δεν είχε τελειώσει ακόμα. Έπειτα  η μπάντα αποχώρησε από τη σκηνή επιστρέφοντας μετά από λίγο με τα τελευταία τρία κομμάτια της βραδιάς, το καθένα από διαφορετικές περιόδους των DEATH: το “Perennial Quest” (επίσης από το Symbolic), το “Spirit Crusher” και το “Pull the Plug”. Με συνολική διάρκεια άνω των δύο ωρών, το set ήταν πραγματικά χορταστικό και έδωσε στο κοινό ακριβώς αυτό που περίμενε: ένα ταξίδι μέσα στη δισκογραφία μιας μπάντας που άλλαξε -αν όχι αναδιαμόρφωσε- το εύρος της metal μουσικής.

 

 

 

Από την αρχή μέχρι το τέλος, η ανταπόκριση του κόσμου ήταν εντυπωσιακή. Η ατμόσφαιρα στο Gagarin ήταν ηλεκτρισμένη, με μικρά pits να ξεκινούν αμέσως μετά το intro και crowd-surfers να κάνουν την εμφάνισή τους πού και πού καθ’ όλη τη διάρκεια του set.  Ήταν από εκείνες τις βραδιές όπου δεν υπήρχαν απλά θεατές και μουσικοί, αλλά μια ενωμένη ομάδα ανθρώπων που βίωναν μαζί κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια συναυλία. Τελειώνοντας η μπάντα την εμφάνισή της, το συναίσθημα απογειώθηκε, με το κοινό να τους αποθεώνει με ένα χειροκρότημα διαρκείας καθώς ζητωκραύγαζε.

 

Η χθεσινή εμφάνιση στην Αθήνα ήταν μία από αυτές τις συναυλίες που μένουν στη μνήμη όχι μόνο για τη μουσική, αλλά για το συναίσθημα που δημιουργούν. Αυτό που έμεινε δεν ήταν μόνο η άψογη εκτέλεση κλασικών κομματιών ή το τεράστιο όνομα που βρισκόταν στη σκηνή. Ήταν η ένωση της μπάντας με το κοινό, η ένταση, η συγκίνηση και η αίσθηση ότι όλοι εκείνη τη στιγμή μοιράζονταν κάτι μοναδικό έκαναν τη βραδιά πραγματικά ξεχωριστή. Φυσικά, μέσα σε όλα αυτά, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τη συμβολή των Bloodbath, οι οποίοι “ζέσταναν” τη σκηνή με τον μοναδικό τους χαρακτήρα και ενέργεια, προετοιμάζοντας το έδαφος για το έπος που ακολούθησε. Πρόκειται για ένα live που δεν ήταν απλά μια αναδρομή στο παρελθόν, αλλά μια υπενθύμιση πως κάποια έργα δεν τελειώνουν ποτέ, απλώς συνεχίζουν να ζουν μέσα από όσους τα αγαπούν.

 

 

 

Death to All – Setlist:

Infernal Death (intro)
Living Monstrosity
Defensive Personalities
Lack of Comprehension
Altering the Future
Zombie Ritual
Within the Mind
The Philosopher
Spiritual Healing
Symbolic
Zero Tolerance
Empty Words
Sacred Serenity
1000 Eyes
Without Judgement
Crystal Mountain
Misanthrope
Perennial Quest
Spirit Crusher
Pull the Plug

 

 

Για το RockOverdose,

Άγγελος Κατσούρας, Μαρία Τριανταφύλλου

Φωτογραφίες: Παύλος Κουναλάκης

Comments

RELATED POSTS
MORE NEWS