Όταν ανακοινώθηκε ότι ο Chris Isaak βγαίνει σε ευρωπαϊκή περιοδεία και κάνει στάση στη γειτονική Βουλγαρία, δεν γινόταν να αφήσουμε τέτοια ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Φτάνοντας στο Vidas Art Arena λοιπόν καταλαβαίνω ότι είναι ο ίδιος χώρος με αυτόν που είχα δει τον Bruce Dickinson προ διετίας απλά όπως συνηθίζεται στη γείτονα χώρα, τα venues αλλάζουν πολύ συχνά όνομα ανάλογα με τον εκάστοτε χορηγό. Αυτή τη φορά καθήμενοι – προσωρινά – μπροστά από το stage σε ένα χώρο απόλυτα οργανωμένο, χωρίς καμία καθυστέρηση σε κανένα σημείο.
Την συναυλία άνοιγε η Rusita Boeva και η μπάντα της, η οποία είναι γνωστή ως και τραγουδίστρια της ιστορικής βουλγάρικης post-punk μπάντας Revu. Με ένα συνδυασμό pop, soul, funk και rock στη μισή ώρα που είχε στη διάθεση της κέντρισε το ενδιαφέρον και σίγουρα με τη ζεστή φωνή της κατάφερε να μας προετοιμάσει για τον θρυλικό Chris Isaak. Η τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Η μπάντα της ήταν πολύ καλή και δεμένη και ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στον κιθαρίστα της ο οποίος σε δύο κομμάτια έπαιξε δύο εκπληκτικά solos.


Και ενώ περιμένουμε να πάει 21:00 και σύμφωνα με το πρόγραμμα να βγει στη σκηνή ο Isaak, στις 20:45 προς έκπληξη όλων κάνει την εμφάνιση της η μπάντα με τελευταίο τον Καλιφορνέζο star. Δεν ξέρω τι έγινε αλλά για εμάς που ήμασταν εκεί σίγουρα ήταν μια ευχάριστη τροπή. Μάλλον δεν θα συμφωνήσουν όμως όσοι υπολόγιζαν – κακώς – να έρθουν στις 21:00.
Πριν καν προλάβουμε να καταλάβουμε τι γίνεται και παρασυρθούμε εντελώς από την φωνή του Isaak, έχουμε φτάσει στο τρίτο κομμάτι και ο τύπος κατεβαίνει από την σκηνή και συνεχίζει να τραγουδάει ανάμεσα από τον κόσμο βγαίνοντας αρκετές φωτογραφίες με όσους του ζητούσαν. Τελειώνει το κομμάτι και η μπάντα του συνεχίζει με το “Suzie Q” του τεράστιου Dale Hawikins με τον Isaak λίγο μετά να τους διακόπτει και να λέει “εννοούσα να παίξετε κάτι δικό μου” συνεχίζοντας να περνάει ανάμεσα από τον κόσμο. Από εκείνο το σημείο και μετά η βραδιά μετατράπηκε σε ένα rock n’ roll party με τον κόσμο να φεύγει από τις θέσεις του και να πηγαίνει μπροστά και πλαγίως της σκηνής με τους υπαλλήλους της εταιρείας security μάταια να προσπαθούν να κάνουν τον κόσμο να φύγει μπροστά από τη σκηνή αφού ο Isaak συνέχεια τους καλούσε μπροστά.


Και κάπου εκεί φτάνει και η ώρα για το πανέμορφο και θρυλικό “Wicked Game” όπου ακόμα και εγώ παρασύρθηκα προς στιγμήν και έβγαλα το κινητό για να βγάλω ένα μικρό video αλλά ευτυχώς δευτερόλεπτα αργότερα αποφάσισα να απολαύσω κανονικά μία μοναδική στιγμή που πολύ πιθανόν να μην ξαναδώ live.
Λίγο αργότερα με το “Oh, Pretty Woman”, ο Isaak αποτίει φόρο τιμής σε μία από τις μεγαλύτερες επιρροές του, τον Roy Orbison και το Vidas Art Arena μετατρέπεται σε dance floor με άτομα κάθε ηλικίας, από μικρά παιδιά μέχρι αρκετά ηλικιωμένους να χορεύουν.
Μία ακόμα πολύ ωραία στιγμή – από τις πολλές της βραδιάς – ήταν όταν ο Isaak έστρεψε τα φώτα στον μπασίστα Rowland Salley, με τον οποίο είναι μαζί στη μπάντα 41 χρόνια. Προλογίζοντας το κομμάτι ο Isaak μας είπε ότι ίσως το ξέρετε από τη συνεργασία του Robert Plant με την μοναδική Alison Krauss (για την οποία κέρδισαν και Grammy) αλλά είναι εντελώς διαφορετικό να το ακούτε από τον άνθρωπο που το έγραψε. Και φυσικά μιλούσε για το πολύ όμορφο “Killing The Blues” που έγραψε αρχικά ο Salley πίσω στο 1977.


Περιττό να πούμε ότι στο σύνολο της η Silvertone, η μπάντα που συνοδεύει τον Isaak ήταν τρομερή όπως άλλωστε αρμόζει σε έναν τέτοιο καλλιτέχνη.
Γενικά ο Isaak καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας ήταν ιδιαίτερα επικοινωνιακός με τον κόσμο με έναν πολύ όμορφο και ακομπλεξάριστο τρόπο. Αποκορύφωμα αυτής της συμπεριφοράς του ήταν όταν ξεκίνησαν να παίζουν το “Can’t Help Falling In Love” του Βασιλιά Elvis και ένα νεαρό ζευγάρι σηκώθηκε από την πρώτη σειρά για να χορέψει για να έρθει άμεσα η ασφάλεια και να τους ζητήσει να κάτσουν. Και τι κάνει ο Θεός Isaak; Σταματάει για ακόμα μία φορά τη συναυλία, ζητάει από το ζευγάρι να ανέβουν πάνω στη σκηνή (όπως και σε δύο μικρά κορίτσια) και να συνεχίσουν να χορεύουν εκεί.


Ακολούθησε το άλλο απόλυτο hit του “Blue Hotel” ενώ ο Isaak συνέχισε με τον μοναδικό του τρόπο να παίζει τη μία επιτυχία μετά την άλλη. Έχουμε ήδη φτάσει στο encore και η μπάντα ξεκινάει το μοναδικό “Black Flowers” το οποίο τελικά σταματάει λέγοντας ότι “Παραείναι λυπητερό κομμάτι. Εδώ ήρθαμε για να χορέψουμε και να περάσουμε καλά!” και συνέχισαν με το “Shake Your Hips” των Rolling Stones.
Το επόμενο κομμάτι, το “The Way Things Really Are” ήταν και το τελευταίο μίας πανέμορφης βραδιάς που ειλικρινά μετά από τόσα χρόνια και τόσες πολλές συναυλίες δεν έχω ξαναζήσει. Δεν έχω δει καλλιτέχνη να έχει τέτοια επαφή με τον κόσμο, να μην το παίζει ντίβα σε καμία περίπτωση και πραγματικά να “διαβάζει το δωμάτιο” αποφασίζοντας να αλλάξει το πρόγραμμά του ώστε να αρμόζει καλύτερα στο όλο κλίμα.
Για το RockOverdose: Απόστολος “Astaldo” Πανταζόγλου
Φωτογραφίες: Δημήτρης “Photoshooter” Καραγεωργίου





