Πιστεύω ακράδαντα πως υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν έχεις πραγματικά ακούσει τη μουσική τους αν δεν την έχεις ακούσει ζωντανά.
Το κινητό μας ή ακόμη και ένα καλό ηχοσύστημα δεν μπορεί να σε φέρει πάντα κοντά στη σύλληψη του δημιουργού.
Αυτή είναι και η άποψή μου για την ambient / drone σύμπραξη των Abul Mogard & Rafael Anton Irisarri που είχαμε την τύχη να ακούσουμε ζωντανά στο πλαίσιο των St Paul’s Sessions 8.
Λίγοι χώροι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν επάξια κάτι τέτοιο και είχαμε την τύχη η συναυλία να γίνει στο Αμφιθέατρο Ιωάννης Δεσποτόπουλος του Ωδείου Αθηνών.
Φτάνοντας στο Αμφιθέατρο, αφού είχαμε δεχτεί τις ωτοασπίδες που μοίραζε η παραγωγή κατά την είσοδο, αντικρίσαμε θρανία ενωμένα και ντυμένα με μαύρο ύφασμα.
Πάνω τους, ο εξοπλισμός των δύο μουσικών: πετάλια, λάπτοπ, synths, modulars, καλώδια και μία κιθάρα Gibson μαζί με δοξάρι.
Πήραμε θέσεις και στις 21:20 πήραν θέση οι δύο μουσικοί.
Αργές, πολύ αργές ακολουθίες συγχορδιών σε λούπα, που χτίζονται φορά με τη φορά. Όσο η ώρα περνάει, τα στοιχεία που προστίθενται κάνουν στο σύνολό τους ένα τεράστιο ηχοτοπίο.
Ανά στιγμές υπήρξαν κορυφώσεις που ένιωθες τις μπάσες συχνότητες να σε διαπερνούν.
Χωρίς λόγια και οπτικά κόλπα, η εμπειρία έδινε την αίσθηση πως συμμετέχεις σε κάτι αρχέγονο.
Δε χρειάστηκαν οδηγίες, αλλά πολλοί από εμάς κλείσαμε τα μάτια και ταξιδέψαμε σε άλλους κόσμους.
«Σαν να είσαι στο στομάχι μιας φάλαινας!»
«Λες και είσαι στο μάτι του κυκλώνα! Γύρω-γύρω χαμός και εκεί που στέκεσαι ηρεμία!» ήταν από τις φράσεις της παρέας μου που ξεχώρισα.
Σχεδόν μία ώρα μετά και χωρίς διακοπή, ο ήχος χαμήλωσε μέχρι που έσβησε.
Θερμό χειροκρότημα από το κοινό.
Οι Abul Mogard & Rafael Anton Irisarri αποχωρούν για να επιστρέψουν μόλις λίγα λεπτά αργότερα.
Encore σε ambient / drone συναυλία ήταν κάτι που δεν περιμέναμε.
Μας «χαρίζουν» άλλη μία, μικρότερη (για τα δεδομένα τους) σύνθεση, 15 λεπτών, και αυτή τη φορά η συναυλία φτάνει στο τέλος της.
Αφού αποχωρήσουν από τη σκηνή, επιστρέφουν για να μιλήσουν με τον κόσμο και, πολύ γενναιόδωρα, αφήνουν όλο τους τον εξοπλισμό —ακόμη και τις σημειώσεις τους— σε κοινή θέα, ώστε να βγάλει όποιος θέλει φωτογραφίες και να μπει ακόμη περισσότερο στον κόσμο της ambient μουσικής.
Για το RockOverdose,
Νίκος Χήναρης